Bloodcult's blog with film and book reviews, past articles about Art, History, Mythology, Literature, Cinema, Philosophy and much more. For now, available only in Greek.
Showing posts with label Sinister Divine. Show all posts
Showing posts with label Sinister Divine. Show all posts

Wednesday, March 7, 2012

Metal Defiance ‘zine (issue 15)

Μακάρι και το Bloodcult να είναι αρκετά δυνατό ώστε να φτάσει τα 15 τεύχη όπως το Metal Defiance… Για όσους δεν ξέρουν, είναι το πιο παλιό underground έντυπο στον ελληνικό χώρο και συνεχίζει κάθε φορά πιο δυναμικά και με μεγαλύτερη οργή για τα δρώμενα στην ελληνική σκηνή, και όχι μόνο. Σε αυτό το τεύχος θα βρείτε συνεντεύξεις από “Afformanve”, “Sirenia”, “Black Winter”, “Ancient Rites”, “Faceless God”, “Devathorn” και “Akercocke”. Ο Belfegor κάνει την οργή μελάνι και πάλι στα πάντοτε θεϊκά και ειλικρινά «κακώς κείμενα» του τεύχους και σε γενικές γραμμές το τεύχος το χαρακτηρίζει και πάλι μια ντομπροσύνη και in-your-face στάση που είτε θα λατρέψεις είτε θα μισήσεις. Δεν υπάρχει μέση κατάσταση. Ίσως σε διαφορετικά πλαίσια τόπου το Bloodcult να ταυτιζόταν με το Metal Defiance στο θέμα της ύλης. Μόνο ένα Defiance μπορεί όμως να υπάρξει, και όσο συνεχίζει δεν θα κρίνω εγώ αν κάνει καλά τη δουλειά του μιας και ο σεβασμός που έχει κερδίσει όλα αυτά τα χρόνια είναι αδιάψευστος μάρτυρας. Μπορεί να θεωρώ πως σε κάποια σημεία ξεφεύγει, όχι στο θέμα της επίκρισης αυτό καθεαυτό, όσο στο όχι ο Belfegor παίρνει βαριά κάποια πράγματα και τον χαλάνε. Από την άλλη όμως, η ελευθερία του γραψίματος και της έκφρασης μέσα στις σελίδες του, η απαισιόδοξη ποιητική του διάθεση και αγανάκτηση δηλώνουν ευαισθησίες που ελάχιστοι έχουν. Πέραν των μουσικών θεμάτων, κριτικών και άρθρων στο τεύχος, η ουσία του Metal Defiance βρίσκεται στα λόγια του Belfegor.

Heaven Street ‘zine (issue 2)

Το πολύ αξιόλογο zine Heaven Street είναι συγγενικό με το Bloodcult από πλευράς θεματολογίας, σε μη metal μουσικά μονοπάτια, καθώς επικεντρώνεται κυρίως στο neo-folk και post-industrial. Στο τεύχος αυτό θα βρούμε συνεντεύξεις από “Werkraum”, “Der Bluthasrsh”, ανταπόκριση από το γερμανικό “Flammenzauber Fest”, καθώς και από άλλες συναυλίες του είδους στην Ελλάδα, πολύ ενδιαφέροντα άρθρα για τον David McKean και τον John Santerineross, άρθρα, αφιερώματα… Σε γενικές γραμμές πολύ καλοστημένο σε Α5 μέγεθος, με πολύ καλό graphic design, minimal, αφηρημένο, ιδιαίτερα καλλιτεχνικό και dark. Ποιότητα, μεράκι και αγάπη γι αυτό που κάνουν.

Sunday, March 4, 2012

Metal Defiance ‘zine (issue 12)

Ο φίλος Αλέξης Belfegor και το Metal Defiance γιορτάζουν τα 10 χρόνια έντυπης παρουσίας στο ελληνικό underground με το καλύτερο τεύχος ως τώρα! Άψογο illustration χαρτί και υπέροχο στήσιμο, καθαρογραμμένο, με τα όπως πάντα καυστικά και ειλικρινή άρθρα του Belfegor και των συνεργατών του, καθώς και πολλές συνεντεύξεις, όπως “Kaamos”, “Rain Novelty”, “Krabathor”, κ.ά. Το Metal Defiance είναι το απόλυτο cult zine στη χώρα μας και πραγματικά δεν θέλω να φλυαρήσω ούτε να κάνω λεγόμενη «κριτική» μιας και όλοι εμείς μόνο να μαθαίνουμε μπορούμε από τη στάση και τις δραστηριότητες του Belfegor χρόνια τώρα. Συγχαρητήρια Αλέξη, συνέχισε αυτό που ξέρεις να κάνεις καλά όλα αυτά τα χρόνια. Να πιστεύεις στις δυνάμεις σου και να ακολουθείς το ένστικτό σου. Χρόνια πολλά!

The 30 Tyrants ‘zine (issue 2)

Καλό το 2ο τεύχος του “The 30 Tyrants” από την Αθήνα, που ειδικεύεται αποκλειστικά στο black metal στηρίζοντας ιδιαίτερα την εγχώρια σκηνή. Καθαρή φωτοτυπία και απλά στημένο με συνεντεύξεις από “Unholy Archangel”, “Ravencult”, “Maniac Butcher”, “Nargaroth”, “Kawir”, “Pantheon” κ.ά., κριτικές και αφιερώματα, καθώς και ένα ενδιαφέρον άρθρο-καταγραφή σχετικά με την καταστροφή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού από τον χριστιανισμό. Λιτό και απλό, σε 66 αντίτυπα, μυρίζει underground από χιλιόμετρα. Η πρότασή μου στη συγγραφική ομάδα είναι να προσέξουν να εκμεταλλευτούν παραπάνω το χώρο στις σελίδες και να μικρύνουν τις γραμματοσειρές. Επίσης, σιγά-σιγά θα μπορούσαν να δώσουν και περισσότερη έμφαση στο design των σελίδων, έτσι ώστε να ανέβει αισθητικά το zine. Πάντως εμένα μου άρεσε, καθώς αναδύει ένα underground συναίσθημα η όλη προσπάθεια, και αυτό μου αρκεί. Καλή συνέχεια λοιπόν!

Moonlight Shadows ‘zine (issue 2)

Ακόμα πιο προσεγμένο και καλοδομημένο από το πρώτο τεύχος, το Moonlight Shadows έρχεται πάλι να εκπλήξει. Πολύ πιο ωραίο στήσιμο και εξώφυλλο, πυκνογραμμένο και με πολλές ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις, όπως “Funeral Procession”, “While Heaven Wept” και προς ιδιαίτερη χαρά μου περισσότερα dark σχήματα, όπως “Gothica”, “Arcana”, “Ordo Rosarius Equilibrio” και ανταπόκριση από το Seelenschmerz fest. Πολύ όμορφες και διαφορετικές οι ερωτήσεις στις συνεντεύξεις, υποκειμενικές, αναλυτικές και ειλικρινείς οι κριτικές, καθώς και πολύ έξυπνο το “The Alphabet of a Pessimist”. Η γνώμη μου στο σημείο αυτό είναι ότι θα έπρεπε τα παιδιά να αναλογιστούν περισσότερο το design των σελίδων μιας και είναι τόσο πυκνογραμμένο και ενδεχομένως να κουράζει λίγο. Αυτή είναι η μόνη μου ένσταση. Από εκεί και πέρα το Moonlight Shadows έχει εδραιωθεί για μένα ως ένα από τα πιο προσεγμένα και σοβαρά zines στην Ελλάδα.

Madrigal ‘zine (issue 1)

Το πρώτο τεύχος του Madrigal zine των συντοπιτών μας. Κατ’ αρχήν θέλω να συγχαρώ τα παιδιά για την προσπάθειά τους μιας και συνεχίζουν τη μεγάλη παράδοση των fanzines με έδρα το πάντα δραστήριο Ρέθυμνο. Τα standards σχετικά με τα zines τα τελευταία χρόνια έχουν ανέβει πολύ εγχώρια και παγκοσμίως και η συμβουλή μου στα παιδιά ήταν από την αρχή να προσπαθήσουν να τα ακολουθήσουν. Για παρθενικό τεύχος, το Madrigal χαρακτηρίζεται από μια σχετική προχειρότητα, αλλά αυτό δε μας ξενίζει καθόλου, γιατί είμαι σίγουρος πως θα υπάρξει βελτίωση στο θέμα του layout και του στησίματος που χρειάζεται ένα zine για να «μυρίζει ποιότητα». Η ειλικρινής μου ένσταση όμως είναι σε αρκετά θέματα της ύλης που καλύπτουν τα παιδιά. Προσωπικά θα ήθελα να δω περισσότερο underground και θέματα διαφορετικά από τα συνηθισμένα, μιας και θέματα όπως π.χ. πολυσέλιδα αφιερώματα σε μεγάλα και πασίγνωστα groups είναι τουλάχιστον τετριμμένα πια και καλύπτονται χρόνια τώρα από περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας. Επίσης προσοχή χρειάζεται στον τρόπο γραψίματος, καθώς υπάρχει έντονη διαφορά ύφους από άρθρο σε άρθρο, κάτι που ξενίζει πολύ. Εν κατακλείδι, θα ήθελα να δω το Madrigal να αποκτά προσωπικό ύφος σαν zine και να στοχεύσει να δώσει το διαφορετικό που κάθε zine θα πρέπει να επιδιώκει. Καλή συνέχεια παιδιά με μεράκι και πίστη σε αυτό που κάνετε.

Monday, October 24, 2011

Fetish Photography

Η λέξη «φετίχ» προέρχεται από τη γαλλική λέξη fetiche, η οποία θεωρείται ότι έχει τις ρίζες της στην πορτογαλική fetico, που σημαίνει «μαγικό φυλαχτό». Τα φετίχ μπορούν να είναι:
1.     σημεία του σώματος: πόδια, στήθος, μαλλιά
2.     είδη ένδυσης: παπούτσια, εσώρουχα
3.     συγκεκριμένα αντικείμενα: υφάσματα από μετάξι, γούνα. Ως φετίχ έχουν αναφερθεί μέχρι και καροτσάκια μωρών και εξατμίσεις αυτοκινήτων.

Thursday, October 6, 2011

Re-Cycle

Αυτή τη φορά δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια κινέζικη ταινία εποχής ως συνήθως, αλλά με μια ταινία που βαδίζει στα χνάρια του γιαπωνέζικου horror. Οι Danny και Oxide Pang (γνωστοί για την τριλογία «Το Μάτι») πρωτοπαρουσίασαν την ταινία στο Cannes International Film Festival του 2006, και από εκεί κιόλας φάνηκε ότι θα πήγαινε καλά. Κατά τη γνώμη μου, το “Re-Cycle” είναι μια ταινία που δεν μπορεί εύκολα να κατηγοριοποιηθεί, κι ας βαδίζει σε horror μονοπάτια. 

Saturday, May 28, 2011

Ο Απρόσιτος Θεός: Τι «κρύβουν» οι Γοτθικοί καθεδρικοί στους πίνακες του Caspar David Friedrich

Η δουλειά του Caspar David Friedrich (1774-1840) – του μεγάλου αυτού ζωγράφου της ρομαντικής περιόδου – είναι για πολλούς ένα από τα καλύτερα παραδείγματα καλλιτεχνικής έκφρασης, άρρηκτα συνδεδεμένης με την μεγαλειώδη πνευματικότητα της φύσης. Ο Friedrich επινόησε ένα συμβολικό τρόπο στη ζωγραφική του που τον οδήγησε στον αρχικό του σκοπό, να εκφράσει τα βαθιά του θρησκευτικά πιστεύω μέσω της τέχνης. Κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει την εντύπωση που προκαλεί η δουλειά του στον θεατή, το γιατί χρησιμοποιεί Γοτθικούς καθεδρικούς σε πολλούς από τους πίνακες του και γιατί συνεχώς επαναλαμβάνεται η ιδέα του μεγαλειώδους στη δουλειά του. Αυτός ο ¨Γοτθισμός¨ του Friedrich είναι συνδεδεμένος με μια ευρεία ενασχόληση του πάνω στη ρομαντική τέχνη σε όλες τις εφαρμογές. Να τολμήσουμε όμως να θέσουμε το δικό μας ερώτημα πάνω στην προσέγγιση του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη, αιώνες μετά το θάνατο του; Υπάρχει κάτι το τρομακτικό στους πίνακες του Caspar; Το μεγαλειώδες του Caspar μήπως είναι ταυτόχρονα και μια υπόνοια υποταγής σε έναν απρόσιτο και απόμακρο Θεό;

Thursday, May 26, 2011

Coca, Χασίς και Αλητεία 2: Η Σάπια Σάρκα

Εδώ έχουμε μια προσπάθεια-έκπληξη από ένα νέο σκηνοθετικό team ονόματι Undead Pictures (με σήμα το σάπιο χέρι ζόμπι) που απαρτίζουν οι Παπαευαγγελίου Βαγγέλης, Κάσινος Γιώργος και μαζί τους ο Κοκκότης Δημήτρης, τελειόφοιτοι στα Τ.Ε.Ι. Ρεθύμνου. Στα πλαίσια εργασιών τους, τα παιδιά έχουν κάνει και άλλες δουλειές (συμπεριλαμβανομένου και του πρώτου μέρους του «Coca…» που πήρε το 3ο βραβείο), αλλά εδώ έχουμε το ως τώρα αποκορύφωμα όσων έχουν σκηνοθετήσει. Μην σας προκαταβάλλει ο τίτλος. Είναι μια ταινία στην οποία η ακρότητα, το εύστοχο χιούμορ, ένα πάντρεμα ταινιών με ζόμπι, “Star Wars”, “Thundercats” αλλά και cult ελληνικές ταινίες όπως «Τα Καθάρματα» και άλλες της δεκαετίας του ’80 συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται γαργαλιστικά σε μια low budget, αλλά ταυτόχρονα προσεγμένη προσπάθεια. Το σκηνοθετικό team (που αποτελεί και το cast) δεν διακωμωδεί τις προαναφερθείσες επιρροές του, αλλά πατώντας πάνω τους, προσπαθεί να αποδώσει την δική του προσέγγιση, όπως π.χ. οι αργές κινήσεις στις σκηνές των μαχών. Το πρώτο μέρος είναι πιο κωμικό, χαλαρό και λιγότερο ακραίο, αλλά το δεύτερο φτάνει σε ακρότητες, κάνοντας το θεατή να αναρωτιέται πως θα εξελιχθεί. Τα ηχητικά εφέ αλλά και οι splatter σκηνές είναι πραγματικά super για μια τέτοια παραγωγή, αναλογικά με τις αντίξοες οικονομικά συνθήκες που αντιμετώπιζε η σκηνοθετική ομάδα. Αξιοσημείωτη η ερμηνεία του Δημήτρη Κακουλάκη, στην οποία διαφαίνεται υποκριτικό ταλέντο! Πρόκειται για μια ανάλαφρη, κωμική, περιπετειώδης και splatter ανεξάρτητη παραγωγή, που συγκινεί με την ειλικρίνειά της, την καλή της πρόθεση για κάτι διαφορετικό και underground, όπου διαφαίνεται η αγάπη των παιδιών γι’ αυτό που κάνουν. Η μουσική είναι γραμμένη από τον Κωνσταντίνο Ρηγόπουλο των “Sorrowful Winds”. Η ταινία κόστισε 1500 με 2000 ευρώ και γυρίστηκε ως επί το πλείστον στο Ρέθυμνο. Αφιερώθηκε από τη σκηνοθετική ομάδα στη μνήμη του Απόστολου Σουγκλάκου!

Brainstorm

Σκηνοθεσία: Φώτης Σκουρλέτης
Cast: Αργύρης Θανασούλας, Δήμητρα Σύρου
Οι πρώτες εικόνες που γεννάει το μυαλό μιας διαταραγμένης προσωπικότητας μετά τη διάπραξη ενός φόνου εν θερμώ. Μέσα σε μια βαθειά noir ατμόσφαιρα, ενισχυμένη με εξπρεσιονιστικά στοιχεία, ο άνθρωπος του Brainstorm προσπαθεί να ξεφύγει από έναν κόσμο όπου η ενότητα του χώρου και του χρόνου έχει χαθεί. Οι εικόνες διχασμού που ξεπηδούν από το υποσυνείδητο, κάνουν την προσπάθειά του πιο δύσκολη, καθώς βυθίζεται όλο και πιο πολύ στον κόσμο του παραλόγου. Ίσως η τελευταία του ευκαιρία πριν χαθεί στο έρημο αστικό περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί μέσα του. Το Brainstorm έχει διάρκεια 7 λεπτά και προβλήθηκε για πρώτη φορά το Σεπτέμβρη του 2006 στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας, καθώς μετέπειτα και στην Αθήνα στο Trianon Film Center.
Ευχαριστούμε τον Θοδωρή από τους “Garden in Black” που μας έστειλε αυτή την παρουσίαση, ο οποίος είναι και ο υπεύθυνος για τη μουσική υπόκρουση της ταινίας.

Bloodrayne

Σκηνοθεσία: Uwe Boll
Cast: Kristanna Loken, Ben Kingsley, Billy Zane, Michael Madsen
Διαδραματίζεται στη Ρουμανία του 18ου αιώνα, όπου η Rayne (Kristanna Loken), ένα «dhampir» (μισός άνθρωπος – μισός βρυκόλακας) που τρέφει καλά αισθήματα για τους ανθρώπους, σχεδιάζει να εκδικηθεί το βιασμό της μητέρας της από τον πατέρα της Kagan, Βασιλιά των Βρυκολάκων. Μ’ αρέσει που τον παίζει ο Ben Kingsley και είναι ζήτημα να εμφανίζεται 5 λεπτά στην ταινία. Εκεί κατάντησε… Το ίδιο ισχύει και για τον Billy Zane. Πήραν δηλαδή 2-3 καλά ονόματα για να καλύψουν το απαράδεκτο της ταινίας, και εμφανίζονται για λίγο, μάλλον γιατί δεν μπορούσαν οι παραγωγοί να καλύψουν τα έξοδά τους για παραπάνω σκηνές. Ηλίθιο story, αστεία πλοκή και τραγική ερμηνεία της Loken (που κολυμπάει στο παντελόνι που της φόρεσαν).

Ultraviolet

Σκηνοθεσία: Kurt Wimmer
Cast: Milla Jovovich, Kameron Bright
Εδώ η Jovovich δίνει ρεσιτάλ ηθοποιίας σε μια φουτουριστική ταινίας κακής ποιότητας, που διαδραματίζεται στον 21ο αιώνα. Μια ομάδα ανθρώπων έχει μεταλλαχθεί γενετικά από μια βαμπιροειδή αρρώστια (ονόματι «αιμοφαγία») δίνοντάς τους υπεράνθρωπες δυνάμεις, αλλά καθιστώντας τους απειλή για την ανθρωπότητα. Η Ultraviolet είναι μια μολυσμένη από τον ιό γυναίκα με ιδιαίτερα χαρίσματα, που αναλαμβάνει να προστατεύσει ένα παιδάκι που θεωρείται απειλή για την «καθαρή ανθρωπότητα». Σ’ αυτή την ταινία οι βρυκόλακες είναι περιθωριακοί και άρρωστοι άνθρωποι, που πρέπει να εξαλειφθούν από προσώπου γης. Τραγικές ερμηνείες, όλα ψηφιοποιημένα (και όχι με την καλύτερη ποιότητα), απαράδεκτη πλοκή. Δεν θα πρότεινα να τη δει κανείς ούτε με κιάλια από απόσταση χιλιομέτρων.

Saturday, May 14, 2011

Blood for Dracula (Ο Δράκουλας διψά για αίμα παρθένας)

Σκηνοθεσία: Andy Warhol
Cast: Udo Kier
Σίγουρα από τις πιο αποτυχημένες μεταφράσει που έχω δει ποτέ σε τίτλο ταινίας… Τέλος πάντων. Ο άρρωστος και εξασθενημένος πια Ρουμάνος κόμης Δράκουλας, για να καταφέρει να μείνει ζωντανός και να διαιωνίσει το είδος/οικογένειά του, πρέπει να βρει παρθένες. Παρθένες των οποίων το αγνό και ζωοδόχο αίμα θα τον λυτρώσει από τον πόνο και τον θάνατο. Φεύγει από τη Ρουμανία (όπου πια οι παρθένες είναι είδος υπό εξαφάνιση, αλλά και γιατί όλοι πια ξέρουν τι «ρουφήχτρα» είναι) με αυτοκίνητο μαζί με τον παρανοϊκό υπηρέτη του, και πηγαίνει στην Ιταλία ξεκινώντας το κυνήγι της παρθένας! Φιλοξενείται σε μια βίλα ξεπεσμένων Ιταλών αριστοκρατών που έχουν 4 κόρες, εκ των οποίων οι δύο είναι σχεδόν νυμφομανείς, η μια πρώην αρραβωνιασμένη και νυν σιτεμένη γεροντοκόρη, και η μικρότερη… παρθένα! Ο Δράκουλας προτίθεται να παντρευτεί μια και να την κάνει κόμισσα, με τη μόνη προϋπόθεση να είναι παρθένα. Έλα όμως που οι δυο πόρνες κόρες τον κοροϊδεύουν και προσπαθούν να του πασάρουν τους εαυτούς τους για αγνές… με αποτέλεσμα ο Δράκουλας να πίνει το αίμα τους παραπλανημένος και να εξαντλείται από τον πόνο σε ασύλληπτες σκηνές εμετού μέσα στην μπανιέρα! Αν και η υπόθεση είναι λίγο κωμική, πρόκειται για μια ταινία του Andy Warhol, όπου το γαργαλιστικό – και όχι το ωμά κωμικό – στοιχείο, αλλά και μια δόση μαύρης κωμωδίας κυριαρχούν, έχοντας συνάψει μια υπέροχη σχέση εξάρτησης με τον πόνο, τη μοναξιά και την αίσθηση του επερχόμενου θανάτου που νιώθει ο Δράκουλας. Για παράδειγμα, κοιμάται σε φέρετρο αλλά δεν παθαίνει τίποτα από το φως του ήλιου και είναι αυστηρά χορτοφάγος. Η ταινία έχει την αίσθηση θεατρικής παράστασης, χωρίς να υστερεί σκηνοθετικά. Ο Udo Kier είναι, κατά τη γνώμη μου, θεϊκός στο ρόλο του κόμη, με αυτό το απίστευτα εκφραστικό πρόσωπο και τα σπαστά αγγλικά. Έντονες και οι κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις της ταινίας, που υμνούν τη δύναμη του καταπιεσμένου λαού και τον ξεπεσμό της σκληρής αριστοκρατίας της καλοπέρασης. Μου άρεσε πάρα πολύ, με μόνη ένσταση τη μεγάλη διάρκειά της, που την καθιστά κάπως κουραστική.

Friday, May 13, 2011

N. Gaiman – Το Σπίτι στην Ομίχλη (Οξύ)

Σκοτεινός παραμυθάς ο Gaiman, μας δίνει μια δική του εκδοχή πάνω στην «Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων», που εδώ γίνεται κάτι σαν «Η Αλίκη στην Χώρα των Φαντασμάτων». Σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, διαβαίνοντας μια πόρτα του σπιτιού της, η μικρή Κοραλάιν ζει εφιαλτικές στιγμές παρέα με τους γονείς της, που δεν είναι οι γονείς της. Εκεί, στον κόσμο αυτό, όλα είναι διαφορετικά, τρομακτικά, εφιαλτικά, ομιχλώδη και μπερδεμένα. Μια αποκρουστική καθρεφτένια έκδοση της μαμάς της, μια σκοτεινή ψυχή με τα μάτια-κουμπιά θέλει να την κρατήσει εκεί για πάντα και να μην ξαναγυρίσει ποτέ στη δική μας πραγματικότητα και στους αληθινούς γονείς της. Το βιβλίο σε κερδίζει με την ατμόσφαιρα που σου μεταφέρει, και με τις όμορφες περιγραφές. Διαθέτει πολύ ωραία σκίτσα στο εσωτερικό του, που ενισχύουν αυτό που θέλει να περάσει ο συγγραφέας. Σε όσους άρεσε όταν η Αλίκη αγχωνόταν, έκλαιγε και μπερδευόταν στη Χώρα των Θαυμάτων, εδώ επιτέλους θα βγάλουν το άχτι τους…

Wednesday, May 11, 2011

Nightwatch


Σκηνοθεσία: Timur Bekmambetov

Cast: Konstantin Khabensky, Vladimir Menshov, Valeri Zolotukhin

Περιμέναμε πολύ καιρό της αρχή της τριλογίας, αλλά εξελίχθηκε στην απογοήτευση της χρονιάς για μένα, και πιστεύω και για πολλούς άλλους. Το Nightwatch είναι το πρώτο μέρος της Ρώσικης τριλογίας φαντασίας που επικεντρώνεται στην πάλη μεταξύ του Σκότους και του Φωτός. Η μάχη έχει αρχίσει από την αρχή του Χρόνου και έχει ληφθεί μια συμφωνία ανακωχής μεταξύ των δύο δυνάμεων, έτσι ώστε να κρατηθεί η ισορροπία. Αυτή όμως θα αλλάξει πια, μια και η γέννηση ενός Εκλεκτού, ο οποίος διαλέγει εξαρχής την πορεία προς το Σκότος, θα επαναφέρει τον πόλεμο. Η ταινία, κατά τη γνώμη μου, αποτυγχάνει να κερδίσει το θεατή. Το σενάριο με απογοήτευσε γιατί παρουσιάζει τη μάχη μεταξύ Σκότους και Φωτός σαν μια μάχη μεταξύ «νονών της νύχτας». Όλα απίστευτα προσαρμοσμένα στην μοντέρνα πραγματικότητα (μόνο για το ΙΚΑ του άρχοντα του Φωτός δεν μας είπαν…, ο οποίος είναι και το «κεφάλι» στη δημόσια επιχείρηση ηλεκτρισμού, στη ΔΕΗ της Ρωσίας!!!) με λίγα και κακώς παρουσιασμένα ψήγματα φαντασίας, εκνευριστικές διαφημίσεις τύπου Nokia και Nescafe δίπλα-δίπλα σε μάχες, φάτσες ηθοποιών που δεν εμπνέουν και ελεεινή παρουσίαση των βρυκολάκων, που είναι σαν άστεγοι κακομοίρηδες… Και από την άλλη ο Tarantino και άλλοι κάνουν λόγο για το διάδοχο του Matrix και του Lord of the Rings… Ε, όχι κι έτσι… Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τα ρώσικα, αλλά υπάρχει πολύς ενθουσιασμός για το τίποτα. Αναπολώ εποχές “Interview with the Vampire” Χάθηκε ο ρομαντισμός και οι όμορφοι, δυνατοί, σαγηνευτικοί και περήφανοι βρυκόλακες…

Saint Agne (Το Βασίλειο των Νεκρών)


Σκηνοθεσία: Pascal Laugier

Cast: Virginie Ledoyen, Lou Doillon, Catriona McColl

Στους μισούς άρεσε, στους άλλους μισούς όχι τόσο, όλοι όμως παραδέχτηκαν πως αξίζει τουλάχιστον ένα βλέφατο, μια και πρόκειται για μια ταινία υπέροχης φωτογραφίας και gloomy ατμόσφαιρας. Θα συμφωνήσω με τον Lord Kain πως η ταινία αποπνέει απίστευτη μιζέρια, αλλά οι κάθε λογής εικόνες, τα πρόσωπα και οι διάλογοι δίνουν το «σκοτάδι» που αποζητάς. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα απομονωμένο ορφανοτροφείο στις Άλπεις του 1960, όπου η Άννα, μια νεαρή καθαρίστρια, αναλαμβάνει να βοηθήσει την Helenka, τη γερασμένη καθαρίστρια, να κρατήσουν το χώρο σε καλή κατάσταση. Το μοναδικό ορφανό που ζει εκεί, η Judith, με το τρομερά εκφραστικό πρόσωπο, είναι πια νεαρή γυναίκα, αλλά όχι σε τόσο καλή ψυχολογική κατάσταση. Η Άννα αρχίζει να ακούει πατημασιές και φωνές παιδιών στους διαδρόμους. Και τότε αρχίζουν τα περίεργα. Η ταινία έχει πολλές δυνατές στιγμές ανατριχίλας, κουράζει όμως λίγο μέχρι να καταλήξει σε αυτό που θέλει να δείξει, και το σενάριο θα μπορούσε να ήταν πιο πλούσιο. Αλλά προσωπικά πιστεύω ότι σε κερδίζει από άποψη φωτογραφίας, υπέροχων σκηνών και ανατριχιαστικού συναισθήματος που προκαλεί το παλιό κτίριο. Ειδικά η τελική σκηνή, όπου φαίνονται τα μάτια της Άννας ενώ κρατάει ένα μωρό στην αγκαλιά της.

The Amityville Horror


Σκηνοθεσία: Andrew Douglas

Cast: Ryan Reynolds, Melissa George, Jesse James, Jimmy Bennett

Πρόκειται για το remake της ομώνυμης ταινίας του 1979, μια χρονιά πριν βγει ό,τι πιο κορυφαίο (για μένα) στη μεγάλη οθόνη πάνω στο θέμα των «στοιχειωμένων κλειστών χώρων», το “The Shinig”, του Kubrick (βασισμένο στο βιβλίο του Stephen King). Άλλαξαν λοιπόν οι ατάκες εδώ, μια και στο παλιό Amityville το σλόγκαν δεν ήταν άλλο από το “for Gods sake, get out”, ενώ εδώ έχουμε το “catchem, killem”! Στοιχειωμένο σπιτάκι με παράθυρα-μάτια που σε κοιτούν, πάνω σε παλιό Indian burial ground, όπου έχουν γίνει οι απίστευτες θηριωδίες από έναν Χριστιανό παπά που ήθελε να προσηλυτίσει τους Ινδιάνους, βασανισμένα πνεύματα παντού (εννοείται και ανατριχιαστικό παιδάκι-πνεύμα και πάλι), ακόμα και εξορκισμός σπιτιού, το οποίο βγάζει φουσκάλες όταν πέφτει στους τοίχους του αγιασμός… Πέρα από την πλάκα, πρόκειται για ένα πολύ καλό chiller που καταφέρνει να κάνει τον θεατή να πηδήξει από το κάθισμα αρκετές φορές, με πολύ καλές ερμηνείες και σκηνικά. Είναι «αμερικανιά», αλλά από τις πολύ πετυχημένες και άριστη επιλογή για remake.

The Living Dead Girl


Σκηνοθεσία: Jean Rollin
Cast: Marina Piero, Frascoise Blanchard, M
ike Marshall

Η ταινία αυτή του 1982 έχει τη σφραγίδα του μεγάλου και τρανού Γάλλου
underground βαμπιρομανή σκηνοθέτη Jean Rollin. Αξέχαστες ταινίες του το “Requiem for a Vampire” του 1971 και το “Fascination” του 1979, που θεωρείται από πολλούς η καλύτερη ταινία του. Κατά τη γνώμη μου όμως, το “The Living Dead Girl” αποτελεί το αριστούργημά του. Οφείλουμε να πούμε ότι η ταινία είναι στα γαλλικά με αγγλικούς υπότιτλους. Αυτό που κάνει το σενάριο ελκυστικό και επιτυχημένο είναι ότι δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην αβάσταχτη και βασανιστική κατάσταση του βρυκόλακα, που είναι καταδικασμένος στην αιωνιότητα. Βέβαια, τονίζεται πάλι η γυναικεία ομορφιά και λαγνεία, όπως στην πλειοψηφία των ταινιών του Rollin, αλλά και άλλων σκηνοθετών της εποχής. Αυτό που επικρατεί εδώ είναι ο πόνος και η απόγνωση της ηρωίδας-βρυκόλακα, που για να κρατηθεί στη ζωή πρέπει να αφαιρεί άλλες με φρικιαστικό τρόπο. Χωρίς να λέει λέξη σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, μας μιλά μόνο με τις εκφράσεις του προσώπου της. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Rollin επέλεξε την ηρωίδα του να είναι όσο πιο αινιγματική και σιωπηλή γίνεται. Από σκηνοθετικής άποψης, η ταινία είναι τυπική “Rollin”, ωμή όπως μας έχει συνηθίσει. Και αυτό είναι που πάντα μου άρεσε σε αυτόν, αλλά και στους άλλους συναδέλφους του από τον ευρωπαϊκό «υπόγειο» vampire κινηματογράφο. Οι fans του mainstream να μείνουν μακριά, γιατί δε νομίζω να βρουν σε αυτή την ταινία αυτό που θέλουν. Όσοι ψάχνουν κάτι παλιό, ειλικρινές και ωμά βαμπιρικό ας επιδιώξουν να τη δουν.

In the Mouth of Madness


Σκηνοθεσία: John Carpenter

Cast: Sam Neil, Jurgen Prochnow, Julie Carmen, Charlton Heston

Το “In the Mouth of Madness” θεωρείται από πολλούς η καλύτερη ταινία που γύρισε ποτέ ο Carpenter. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω απόλυτα με αυτό, και να προσθέσω ότι η ταινία αυτή αποτελεί για μένα μια από τις πιο ατμοσφαιρικές και σκοτεινές ταινίες τρόμου που έχω δει. Ο Sutter Cane (Jurgen Prochnow) είναι ένας horror συγγραφέας (καλή ώρα σαν τον Stephen King), ο οποίος είναι κορυφή στο είδος του. Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο “In the Mouth of Madness” κυριολεκτικά αρχίζει να τρελαίνει όποιον επιχειρεί να το διαβάσει. Δημιουργεί στον αναγνώστη φρικιαστικές παραισθήσεις, μέσα στις οποίες κυριαρχούν εφιαλτικές μορφές τεράτων και παραμορφωμένων ανθρώπων, εφιάλτες πέρα από τα όρια του τρόμου, και κάνει τους πάντες να ακροβατούν μεταξύ εφιάλτη και πραγματικότητας. Ένα προφητικό βιβλίο που διηγείται το τέλος των πάντων, βαμμένο με το αίμα της ανθρωπότητας. Ο Sutter Cane εξαφανίζεται πριν την κυκλοφορία του βιβλίου και ο εκδότης του (Charlton Heston) στέλνει τον ντετέκτιβ John Trent (Sam Neil) να τον βρει. Ο τελευταίος οδηγείται μυστηριωδώς σε μια μικρή πόλη ονόματι Hobbs End, που δεν υπάρχει στο χάρτη παρά μόνο στα βιβλία του Cane. Ο ορθολογιστής Trent βρίσκεται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, απ’ όπου δεν μπορεί να αποδράσει. Δεν ξέρει πια τι είναι αληθινό και τι όχι. Το Hobbs End είναι το μέρος απ’ όπου θα αρχίσει το τέλος των πάντων. Ο Sutter Cane βρίσκεται μέσα σε ένα μαύρο βυζαντινό ναό που έχει πια βεβηλωθεί, γράφοντας μανιωδώς το βιβλίο του, καθοδηγούμενος από το ίδιο το Κακό. Σκηνές της ταινίας αυτής έχουν μείνει κλασικές. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον εφιαλτικό ποδηλάτη, που όσο κι αν προσπαθεί, δεν μπορεί να αποδράσει από το Hobbs End, ή την ηλικιωμένη κυρία στο ξενοδοχείο, που εκ πρώτης όψεως φαίνεται γλυκιά και άκακη, αλλά κάτω από τις σάρκες της φωλιάζει ένας φρικτός δαίμονας… Είναι μια ταινία που θα ανατριχιάσει τον θεατή. Εδώ δεν υπάρχει happy end και ανακούφιση στο τέλος.