Bloodcult's blog with film and book reviews, past articles about Art, History, Mythology, Literature, Cinema, Philosophy and much more. For now, available only in Greek.
Showing posts with label Stelios Papagrigoriou. Show all posts
Showing posts with label Stelios Papagrigoriou. Show all posts

Saturday, April 23, 2011

Ο Καταραμένος Κλέφτης

«Θέλω να πάρω λίγα άνθη για εκείνη, μα δεν έχω τα φράγκα να τα αγοράσω τίμια. Τί να κάνω, τί να κάνω; Δεν είμαι κλέφτης μήτε ελεεινός λωποδύτης.» Είπε από μέσα του ο πάτερ Τζάροου καθώς πήγαινε, στηριζόμενος στα δυο του ρημαγμένα πόδια, στην αγορά που ήταν γεμάτη με καπνούς από την πολυκοσμία και μυρωδιές από τα φαγητά και τα εμπορεύματα. «Ας ήταν να είχα περισσότερα να ξοδέψω, μα αυτά που ήδη έχω, που είναι σχεδόν η φόδρα της τσέπης μου, δεν φτάνουν μήτε για ένα ξερό καρβέλι, να φάω και να ξεμεθύσω λίγο.»

Ο Βάρδος


Ήταν κάποτε ένας βάρδος που είχε για στόμα ένα τεράστιο υπόνομο που έτρεχε όλα τα κρίματα του κόσμου και τη γης. Είχε για μάτια την απεραντοσύνη του ορίζοντα και της ερήμου. Για σώμα ένα πράσινο κάκτο, απότιστο για χρόνια, γεμάτο πληγές και αγκάθια. Όταν μουρμούριζε τις μουσικές του, τα πουλιά ξέραν την αλήθεια για το κρύο του χειμώνα και κρυβόντουσαν στις πιο ζεστές χώρες. Όλα τα πλάσματα του βουνού και του δάσους ούρλιαζαν, κρατώντας το ρυθμό της ξεκούρδιστης κιθάρας του κάτω από το άσπρο και κρύο φεγγάρι της νύχτας. Μια μέρα ο βάρδος πέταξε τη κιθάρα του, που ήταν φτιαγμένη από τεντωμένα τομάρια λύκων, και κοίταγε για ώρες το είδωλο του στο μεγάλο ποταμό, μέχρι που πλησίασε τόσο πολύ το παγωμένο τρεχούμενο νερό, που πνίγηκε. Πνίγηκε ευτυχισμένος μέσα στον ίδιο του τον κρύο εαυτό, μέσα στο είδωλο του, χωρίς ούτε ένα δάκρυ να κυλίσει από κανένα από όσους τον γνώρισαν ποτέ.

Ο Αλμπίνος


Ο Αυγουστίνος δεν μπορούσε να ξεχάσει τη λύπη που ένιωσε εκείνο το κόκκινο μεσημέρι. Όλα μύριζαν αίμα και η γεύση στο στόμα ανακαλούσε μία ανάμνηση στο κεφάλι του. Κουλουριασμένο κορμί, κοκαλιάρικο, άσπρο δέρμα που έχει μια γκρίζα απόχρωση κάτω από το φως του ήλιου και κείνα τα κόκκινα λυπημένα μάτια. Ο αλμπίνος που έζησε χίλια χρόνια φυλακισμένος, μέσα σε μια μέρα με κάγκελα, σα κελί. Μια μέρα που μέσα της δεν υπήρχε ποτέ ηρεμία, μόνο αρπακτικά της ερήμου με κοφτερά νύχια, πετούσαν και κράζαν από τον ουρανό. Ο Αυγουστίνος ήταν ο μόνος που είχε δει αυτόν τον αλμπίνο, το φάντασμα, μέρα μεσημέρι στο όνειρο του. Τα χέρια του και το στήθος του μούδιαζαν στην όψη της μνήμης του φαντάσματος. Ήταν ένας αλμπίνος παγιδευμένος στην ιστορία που του φτιάξαν οι Θεοί με τις μακρυές, ματωμένες πένες τους. Έτσι κοκαλιάρης, ταξίδευε ξυπόλητος στο κελί του, ψάχνοντας πάντα την πορτοκαλιά δύση, μα τίποτα δεν ηρεμούσε σε εκείνο το κελί που έμοιαζε με πολιτεία. Όλα φαινόντουσαν αληθινά, μα μόλις τα άγγιζες, εξαφανίζονταν και στη θέση τους έμενε κίτρινη σκόνη από θειάφι και μια θανατερή μυρωδιά έμπαινε στη μύτη σου. Έτσι είπε την ιστορία του ο αλμπίνος στον Αυγουστίνο, και εκείνος με τη σειρά του έκλαψε σαν μικρό παιδί αδικημένο στη αγκαλιά της μάνας. Η καρδιά του Αυγουστίνου πόνεσε γιατί βρήκε τη χαμένη του σκιά σε κείνο το φάντασμα, σε κείνο το κοκαλιάρικο πλάσμα που πέθαινε στο κελί του και ξαναγεννιόταν το ίδιο ξανά και ξανά για πάντα σε όλα τα χρόνια.